κατακλητικός
κατακλητικός, for invoking
κατα-κλητικός, ή, όν,
- for invoking: -κλητικόν, τό, invocatory spell, PMag.Par. 1.2373.
κατακλητικός, s. κατακηλητικός.
καταπρακτικὸν καὶ κατακλητικόν ἐργαστηρίου ἢ οἰκίας ἢ ὅπου ἐὰν αὐτὸ ἱδρύσῃς
fórmula para tener éxito y para atraer clientes a un taller, casa o donde la pongas