Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατάκνημος
κατάκνημος, thin-legged
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατακληρόω
κατακλησία
κατάκλησις
κατακλητικός
κατάκλητος
κατακλῄω
κατάκλιμα
κατακλινής
κατακλινοβατής
κατακλίνω
κατάκλισις
κατακλιτέον
κατακλιτικός
κατάκλιτον
κατάκλιτος
κατακλονέω
κατακλυδωνίζω
κατακλύζω
κατάκλυσις
κατάκλυσμα
κατακλυσμός
κατάκλυστρον
κατακλύω
κατακλῶθες
Κατακλῶθες
κατακλώθω
κατακναίω
κατακνάπτω
κατακνάω
κατακνήθω
κατάκνημος
κατακνῆστις
κατακνιδεύω
κατακνίζω
κατακνισμός
κατακνώσσω
κατακοιμάω
κατακοίμησις
κατακοιμητής
κατακοιμητικός
κατακοιμίζω
κατακοιμισμός
κατακοιμιστής
κατακοινόω
κατακοινωνέω
κατακοιρανέω
κατάκοιτος
κατακόκκας
κατακολλάω
κατάκολλος
κατακολλυβίζω
κατακολουθέω
κατακολουθητέον
κατακολουθία
κατακόλουθος
κατακολούω
κατακολπίζω
κατακόλπισις
κατακολυμβάω
κατακολυμβητής
κατακομάω
…
κατάκνημος
Save
κατάκνημος, thin-legged
LSJ
κατάκνημος, ον,
thin-legged,
UPZ
121.20 (ii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}