κατάκλυσμα
κατάκλυσμα, purge
κατά-κλυσμα, ατος, τό,
- purge or clyster, Hp. Salubr. 5.
κατάκλυσμα, ατος (τὸ) c. le préc. Hpc. 338, 27.
Étym. κατακλύζω.
κατάκλυσμα, τό, das Klystier, Hippocr.