κατάκλιτος
κατάκλιτος, flowing down
κατά-κλῐτος, ον,
- perh. flowing down, of light summer garments, θέριστρα κ. LXX Is. 3.23; cf. κατάκλιτος· τελευταία, Hsch.
κατάκλιτος, ος, ον [ῐ] couché, Spt. Esaï. 3, 23.
Étym. κατακλίνω.