κατάκοσμος
κατάκοσμος, adorned
κατάκοσμ-ος, ον,
- adorned, θρόνοι App. Mith. 115.
κατά·κοσμος, ος, ον, orné, paré, App. Mithr. 15.
Étym. κ. κόσμος.
κατάκοσμος, geschmückt, App. Mithr. 15 u. a.Sp.