Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατακορέω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατακολουθητέον
κατακολουθία
κατακόλουθος
κατακολούω
κατακολπίζω
κατακόλπισις
κατακολυμβάω
κατακολυμβητής
κατακομάω
κατακομιδή
κατακομίζω
κατάκομος
κατακομπέω
κατακομπολακυθέω
κατακομψεύομαι
κατακονά
κατακονάω
κατακονδυλίζω
κατακονδύλιστος
κατακονδυλόω
κατακοντίζω
κατάκοος
κατακοπή
κατάκοπος
κατακόπτης
κατακοπτικός
κατακόπτω
κατακόπωσις
κατακορακόω
κατακορέννυμι
κατακορέω
κατακορέως
κατακορής
κατακορμάζω
κατακορμίζω
κατάκορος
κατακόρως
κατακοσμέω
κατακόσμησις
κατακοσμητέος
κατάκοσμος
κατακοτταβίζω
κατακούρην
κατάκουσις
κατακουστής
κατακούω
κατακραδαίνω
κατακράζω
κατακραιπαλάω
κατακρανία
κατάκρας
κατάκρασις
κατακρατέω
κατακράτησις
κατακρατητικός
κατακρατικός
κατακράτος
κατακραυγάζω
κατακραυγή
κατακρέμαμαι
κατακρεμάννυμι
…
κατακορέω
Save
LSJ
κατακορέω,
= ἐκλύω,
Hp.
ap.
Gal.
19.109 (s.v.l.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}