Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατακονάω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατακοιμητής
κατακοιμητικός
κατακοιμίζω
κατακοιμισμός
κατακοιμιστής
κατακοινόω
κατακοινωνέω
κατακοιρανέω
κατάκοιτος
κατακόκκας
κατακολλάω
κατάκολλος
κατακολλυβίζω
κατακολουθέω
κατακολουθητέον
κατακολουθία
κατακόλουθος
κατακολούω
κατακολπίζω
κατακόλπισις
κατακολυμβάω
κατακολυμβητής
κατακομάω
κατακομιδή
κατακομίζω
κατάκομος
κατακομπέω
κατακομπολακυθέω
κατακομψεύομαι
κατακονά
κατακονάω
κατακονδυλίζω
κατακονδύλιστος
κατακονδυλόω
κατακοντίζω
κατάκοος
κατακοπή
κατάκοπος
κατακόπτης
κατακοπτικός
κατακόπτω
κατακόπωσις
κατακορακόω
κατακορέννυμι
κατακορέω
κατακορέως
κατακορής
κατακορμάζω
κατακορμίζω
κατάκορος
κατακόρως
κατακοσμέω
κατακόσμησις
κατακοσμητέος
κατάκοσμος
κατακοτταβίζω
κατακούρην
κατάκουσις
κατακουστής
κατακούω
κατακραδαίνω
…
κατακονάω
Save
Pape
κατακονάω
,
schärfen
, Eust. S. κατακονά.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}