κατάκοπος
κατάκοπος, very weary
κατά-κοπος, ον,
- very weary, κ. τῷ σώματι LXX Jb. 3.17, al.; ἐξ ὁδοῦ μακρᾶς D.H. 6.29; ὑπὸ τῆς μάχης D.S. 13.18, cf. Plu. Arat. 8.
- II wearisome, tedious, Phld. Rh. 1.173 S.
κατάκοπος, ος, ον, brisé de fatigue, épuisé, DS. 13, 18, etc. ; DH. 6, 29 ; Plut. Arat. 8, etc.
Étym. κατακόπτω.
κατάκοπος, zerhauen, zerschnitten, – ermüdet, erschöpft, ἐξ ὁδοῦ μακρᾶς Dion.Hal. 6.29 ; ὑπὸ τῆς μάχης κατάκοποι τοῖς σώμασιν DS. 13.18, vgl. 17.12 ; Plut. Arat. 8 u. öfter, wie a.Sp.