κατακρημνάω Save Bailly 2024 Pape κατακρημνάω-ῶ (seul. pass. 3 pl. impf. κατεκρημνῶντο) c. κατακρεμάννυμι, Hh. 6, 39 ; Diosc. 4, 46. κατακρημνάω, herabhangen lassen, Hesych.; im pass., κατεκρημνῶντο, H.h. 6.39, = κατακρήμναμαι.