κατακρατητικός Save Bailly 2024 Pape κατακρατητικός, ή, όν [ρᾰ] qui retient, qui arrête, Aét. 9, 37 || Cp. -ώτερος, Orib. p. 65 Matthäi. κατακρατητικός, ή, όν, überwältigend, hemmend, Sp., mit der v.l. κατακρατικός.