κατάκρασις
κατάκρασις, multiplication
κατάκρᾱσις, εως, ἡ,
- = κατακέρασις, Plu. QConv. 2.688c, Gal. 1.212.
- II Arith., multiplication, opp. παράθεσις (addition), Theol.Ar. 10,12; ἄρσενος καὶ θήλεος κ., i.e. multiplication of two by three, Iamb. in Nic. p.34 P.
κατάκρασις, εως (ἡ) [ᾱσ] mélange, Plut. M. 688c.
Étym. κατακεράννυμι.
κατάκρασις, [ρᾱ], ἡ, = κατακέρασις, Mischung, neben ἀνάμιξις Plut. Symp. 6.2.2.