κατακρέμαστος
κατακρέμαστος, hanging, pendent
κατακρέμ-αστος, ον,
- hanging, pendent, βότρυες Thphr. HP 3.18.12.
κατακρέμαστος, ος, ον, suspendu, Th. H.P. 3, 18, 12.
Étym. κατακρεμάννυμι.
κατακρέμαστος, herabhangend, aufgehängt, Theophr.