κατακόπτης
κατακόπτης, cutter up
κατα-κόπτης, ου, ὁ,
- cutter up, σπλάγχνων Sch. Lyc. 35 (ed. Bachm.).
κατακόπτης, ὁ, der Zerhauer, Zerleger, σπλάγχνων Schol. Lycophr. 35.
κατακόπτης, cutter up