Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατάστεμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατασταλάω
κατάσταλσις
κατασταλτικός
κατασταμνίζω
κατασταμνισμός
κατάσταξις
καταστασιάζω
καταστασιαστικός
κατάστασις
καταστατέον
καταστατέος
καταστατήρ
καταστατήρια
καταστάτης
καταστατικός
καταστατικῶς
καταστατόν
καταστεγάζω
καταστέγασμα
καταστεγής
καταστεγνόομαι
κατάστεγνος
καταστεγνόω
κατάστεγος
καταστείβω
κατάστειρος
καταστείχω
καταστέλλω
κατάστελμα
καταστέλξαι
κατάστεμα
καταστενάζω
καταστεναχέω
καταστενοχωρέω
καταστένω
καταστεπτέον
καταστερεόω
καταστερέω
καταστερίζω
καταστέρισις
καταστερισμός
κατάστερος
καταστερόω
καταστεφανόω
καταστεφάνωσις
καταστεφής
καταστέφω
κατάστεψις
καταστηλιτεύω
καταστηλογραφέω
καταστηλόω
κατάστημα
καταστηματικός
κατάστημον
καταστηρίζω
καταστῆσαι
καταστιγής
κατάστιγμα
καταστίζω
κατάστικτος
καταστιλβόομαι
…
κατάστεμα
Save
LSJ
κατάστεμα, τό, late form of
κατάστημα
(q.v.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}