καταστέγασμα
καταστέγασμα, a covering
καταστέγ-ασμα, ατος, τό,
- covering, τῆς ὀροφῆς Hdt. 2.155.
καταστέγασμα, ατος (τὸ) couverture, toit, abri, Hdt. 2, 155.
Étym. καταστεγάζω.
καταστέγασμα, τό, die Bedachung, Decke, τῆς ὀροφῆς Her. 2.155.
καταστέγασμα
from καταστεγάζω
καταστέγασμα, ατος, τό,
- a covering, Hdt.