καταστασιαστικός
καταστασιαστικός, factious
καταστᾰσι-αστικός, ή, όν,
- factious, Hld. 7.19.
καταστασιαστικός, ή, όν [στᾰ] séditieux, Hld. 7, 19.
Étym. καταστασιάζω.
καταστασιαστικός, ή, όν, aufrührerisch, θροῦς Heliod. 7.19.