καταστερόω Save LSJ Bailly 2024 Pape καταστερ-όω, f.l. for καταστερίζω I, Palaeph. 51:—Pass., οἱ κατηστερωμένοι ἄνδρες prob. in Phld. D. 3.9, cf. Sch. E. Or. 1631. κατ·αστερόω-ῶ, placer parmi les astres, Palæph. 5. καταστερόω, = καταστερίζω, Sp.