κατασταλτικός
κατασταλτικός, fitted for checking
κατασταλτικός, ή, όν,
- fitted for checking, opp. ἐγερτικός, c. gen., S.E. M. 6.19; ὑπερσαρκωμάτων Dsc. 2.4, cf. Antyll. ap. Orib. 6.23.2; κ. φάρμακα Gal. 14.763.
- II sedate, τὸ θηλύτερον -σταλτικώτερον Ptol. Tetr. 172.
- III -κή, ἡ, the plant βατράχιον, Apul. Herb. 8.
κατασταλτικός, ή, όν, propre à resserrer, à réprimer, à contenir, gén. Gal. 14, 763 ; Sext. M. 6, 19 ||
Cp. -ώτερος, Ptol. Tetr. p. 172, 26.
Étym. καταστέλλω.
κατασταλτικός, ή, όν, geeignet zurückzuhalten, zu hemmen, hemmend, φάρμακα, Medic., wie μέλη κ. den διεγερτικὰ τῆς ψυχῆς entggstzt sind, S.Emp. adv.mus. 19.