About Report a problem

Menu

καταστατικός

καταστατικός, fitted for calming

κατα-στᾰτικός, ή, όν,
  • fitted for calming, ἔννοιαι Eust. 1041.20; τὸ κ. power to calm, of music, Plu. Lyc. 4; cf. καταστηματικός II.
      • 2 = ἀποκαταστατικός I, μοῖρα τοῦ Ἡλίου Rhetor. in Cat.Cod.Astr. 8(1).247.
      • 3 -κόν, τό, perh. bankerʼs charge for weighing, PPetr. 3 p.191 (iii B.C.). Adv. -κῶς, = ἀνηπλωμένως καὶ ἀφηγηματικῶς, Aps. p.243 H., al.: Comp. -ώτερον, διηγεῖσθαι Sch. E. Hipp. 392; διαβάλλειν ib. 616.

Saved

Recent