καταστεφής
καταστεφής, crowned
κατα-στεφής, ές,
- crowned, S. Tr. 178, A.R. 3.220, etc.
καταστεφής, ής, ές :
1 couronné, Soph. Tr. 178 ||
2 qui couronne, Eur. Suppl. 259.
Étym. καταστέφω.
καταστεφής, ές, bekränzt ; ἀνήρ Soph. Tr. 177 ; Eur. Suppl. 259 ; Ap.Rh. 3.220.
καταστεφής
κατστεφής, ές
- crowned, Soph.; of suppliant branches, wreathed with wool, Eur. from καταστέφω