Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταστεπτέον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάσταξις
καταστασιάζω
καταστασιαστικός
κατάστασις
καταστατέον
καταστατέος
καταστατήρ
καταστατήρια
καταστάτης
καταστατικός
καταστατικῶς
καταστατόν
καταστεγάζω
καταστέγασμα
καταστεγής
καταστεγνόομαι
κατάστεγνος
καταστεγνόω
κατάστεγος
καταστείβω
κατάστειρος
καταστείχω
καταστέλλω
κατάστελμα
καταστέλξαι
κατάστεμα
καταστενάζω
καταστεναχέω
καταστενοχωρέω
καταστένω
καταστεπτέον
καταστερεόω
καταστερέω
καταστερίζω
καταστέρισις
καταστερισμός
κατάστερος
καταστερόω
καταστεφανόω
καταστεφάνωσις
καταστεφής
καταστέφω
κατάστεψις
καταστηλιτεύω
καταστηλογραφέω
καταστηλόω
κατάστημα
καταστηματικός
κατάστημον
καταστηρίζω
καταστῆσαι
καταστιγής
κατάστιγμα
καταστίζω
κατάστικτος
καταστιλβόομαι
καταστιλβόω
καταστίλβω
κατάστιξις
καταστοιβάζω
καταστοιχειόομαι
…
καταστεπτέον
Save
Bailly 2024
καταστεπτέον,
vb. de
καταστέφω,
Clém.
181
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}