Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατάστεψις
κατάστεψις, crowning
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταστεγάζω
καταστέγασμα
καταστεγής
καταστεγνόομαι
κατάστεγνος
καταστεγνόω
κατάστεγος
καταστείβω
κατάστειρος
καταστείχω
καταστέλλω
κατάστελμα
καταστέλξαι
κατάστεμα
καταστενάζω
καταστεναχέω
καταστενοχωρέω
καταστένω
καταστεπτέον
καταστερεόω
καταστερέω
καταστερίζω
καταστέρισις
καταστερισμός
κατάστερος
καταστερόω
καταστεφανόω
καταστεφάνωσις
καταστεφής
καταστέφω
κατάστεψις
καταστηλιτεύω
καταστηλογραφέω
καταστηλόω
κατάστημα
καταστηματικός
κατάστημον
καταστηρίζω
καταστῆσαι
καταστιγής
κατάστιγμα
καταστίζω
κατάστικτος
καταστιλβόομαι
καταστιλβόω
καταστίλβω
κατάστιξις
καταστοιβάζω
καταστοιχειόομαι
καταστοιχειόω
καταστοιχίζω
καταστολή
καταστολίζω
καταστομίζω
καταστόμιον
καταστομίς
καταστομόω
καταστοναχέω
κατάστοργος
καταστορέννυμι
καταστόρεσις
…
κατάστεψις
Save
κατάστεψις, crowning
LSJ
κατά-στεψις, εως, ἡ,
crowning,
Theo Sm.
p.15 H.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}