Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταστιλβόω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταστενάζω
καταστεναχέω
καταστενοχωρέω
καταστένω
καταστεπτέον
καταστερεόω
καταστερέω
καταστερίζω
καταστέρισις
καταστερισμός
κατάστερος
καταστερόω
καταστεφανόω
καταστεφάνωσις
καταστεφής
καταστέφω
κατάστεψις
καταστηλιτεύω
καταστηλογραφέω
καταστηλόω
κατάστημα
καταστηματικός
κατάστημον
καταστηρίζω
καταστῆσαι
καταστιγής
κατάστιγμα
καταστίζω
κατάστικτος
καταστιλβόομαι
καταστιλβόω
καταστίλβω
κατάστιξις
καταστοιβάζω
καταστοιχειόομαι
καταστοιχειόω
καταστοιχίζω
καταστολή
καταστολίζω
καταστομίζω
καταστόμιον
καταστομίς
καταστομόω
καταστοναχέω
κατάστοργος
καταστορέννυμι
καταστόρεσις
καταστόρνυμι
καταστοχάζομαι
καταστόχασις
καταστοχασμός
καταστοχαστέον
καταστοχαστής
καταστοχαστικός
καταστοχέω
καταστραγγίζω
καταστράπτω
καταστρατεύομαι
καταστρατεύω
καταστρατηγέω
καταστρατηγία
…
καταστιλβόω
Save
Bailly 2024
κατα·στιλβόω-ῶ,
rendre brillant,
Naz.
2, 385
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}