Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταστόμιον
καταστόμιον, mouth
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάστερος
καταστερόω
καταστεφανόω
καταστεφάνωσις
καταστεφής
καταστέφω
κατάστεψις
καταστηλιτεύω
καταστηλογραφέω
καταστηλόω
κατάστημα
καταστηματικός
κατάστημον
καταστηρίζω
καταστῆσαι
καταστιγής
κατάστιγμα
καταστίζω
κατάστικτος
καταστιλβόομαι
καταστιλβόω
καταστίλβω
κατάστιξις
καταστοιβάζω
καταστοιχειόομαι
καταστοιχειόω
καταστοιχίζω
καταστολή
καταστολίζω
καταστομίζω
καταστόμιον
καταστομίς
καταστομόω
καταστοναχέω
κατάστοργος
καταστορέννυμι
καταστόρεσις
καταστόρνυμι
καταστοχάζομαι
καταστόχασις
καταστοχασμός
καταστοχαστέον
καταστοχαστής
καταστοχαστικός
καταστοχέω
καταστραγγίζω
καταστράπτω
καταστρατεύομαι
καταστρατεύω
καταστρατηγέω
καταστρατηγία
καταστρατοπεδεία
καταστρατοπεδεύω
καταστρεβλόω
καταστρεπτικῶς
καταστρέφω
καταστρηνιάω
καταστροφεύς
καταστροφή
καταστροφικῶς
κατάστρωμα
…
καταστόμιον
Save
καταστόμιον, mouth
LSJ
καταστόμ-ιον, τό,
mouth
of a pipe or tube,
Hero
Spir.
1.25.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}