κατακολουθητέον
κατακολουθητέον, one must follow
κατακολουθ-ητέον,
- one must follow, κριτηρίῳ, τέχνῃ, S.E. M. 1.186, 11.175.
κατακολουθητέον, vb. du préc. Clém. 61 ; Sext. 579, 16 Bkk.