κατακολούω
κατακολούω, cut short
κατακολούω,
- cut short, Poll. 8.154.
κατα·κολούω, mutiler, Spt. Jer. 20, 4.
κατακολούω, verstärktes κολούω, LXX ; die Rede abbrechen, Poll. 8.154.
κατακολούω, cut short