About Report a problem

Menu

καταμαντεύομαι

καταμαντεύομαι, to divine, surmise

καταμαντ-εύομαι,
  • foretell against or about one, τι τῶν ἐχθρῶν J. BJ 4.4.6; <αὐτὸς> αὑτοῦ σιωπὴν κ. Ath. 15.686c; τοῦτο τῇ πόλει, c. fut. inf., App. Pun. 77.
      • 2 divine, surmise, ἐκ τῶν προγεγονότων τὰ μέλλοντα -μαντευόμενοι κρίνομεν Arist. Rh. 1368a31; κ. τὸ μέλλον Plb. 2. 22.7, etc.: c. gen., ἰητροῦ ἐστι -μαντεύσασθαι τῶν τοιούτων Hp. Art. 9; κ. τῆς τῶν ποιημάτων διανοίας Ath. 14.634d; τοῦ εἰκότως συμβαίνοντος Hierocl. in CA 10 p.437 M.; κ. περὶ τῶν γυναικῶν, ὁποῖαι . . Nicostr. ap. Stob. 4.22.102, cf. Gal. 15.907; ὑπέρ τινος Onos. 36.2.

Saved

Recent