καταμαργάω
καταμαργάω, to be stark mad
καταμαργάω, Ion. καταμαργέω,
- to be stark mad, rave, φθόνῳ Hdt. 8.125.
καταμαργάω, ion. καταμαργέω, ganz rasend, unsinnig sein, φθόνῳ Her. 8.125.
καταμαργάω
Ionic -έω
fut. ήσω
- to be stark mad, Hdt.