καταπαυστικός
καταπαυστικός, causing to cease
κατα-παυστικός, ή, όν,
- causing to cease, ταραχῶν Phld. Mus. p.20 K.; κακοῦ Eust. 138.2.
καταπαυστικός, ή, όν, beruhigend, stillend, τινός, Eust. 138.3.