καταπεδιλόω Save Bailly 2024 Pape κατα·πεδιλόω-ῶ [ῑ] chausser, Eum. p. 118. Étym. κ. πέδιλον. καταπεδιλόω, mit Sohlen versehen, τοὺς πόδας Eumath.