About Report a problem

Menu

καταποντισμός

καταποντισμός, drowning

καταποντ-ισμός, ὁ,
  • drowning, Isoc. 12.122 (pl.), LXX Ps. 51(52).4(6); ὁ κ. τῶν χρημάτων App. Mac. 16.

Saved

Recent