καταπόνησις
καταπόνησις, affliction
καταπόν-ησις, εως, ἡ,
- affliction, Sm. Ex. 3.7.
καταπόνησις, εως (ἡ)
1 accablement par la fatigue, Chrys. 6, 671 ||
2 fig. abattement, affliction, Bas. 2, 245, etc.
Étym. καταπονέω.
καταπόνησις, ἡ, Ermattung, Entkräftung, Sp.