καταπνοή
καταπνοή, a blowing
κατα-πνοή, ἡ,
- blowing, ἀνέμων Pi. P. 5.121 codd.
*καταπνοή, dor. καταπνοά, ᾶς (ἡ) souffle sur, Pd. P. 5, 162.
Étym. καταπνέω.
καταπνοή, ἡ, das Anhauchen, ἀνέμων Pind. P. 5.121.
καταπνοή, ἡ,
καταπνέω
- a blowing, Pind.