καταπομπεύω
καταπομπεύω, scoff at
καταπομπ-εύω,
- scoff at, τινος Luc. Am. 37.
κατα·πομπεύω, déclamer contre, gén. Luc. Am. 37.
καταπομπεύω, großprahlen gegen Einen, τινός, Luc. amor. 37.
καταπομπεύω, scoff at