καταπόθρα
καταπόθρα, gullet, pharyngeal region
καταπόθρα, ἡ,
- gullet, pharyngeal region, Paul.Aeg. 6.32, Hippiatr. 16.
καταπόθρα, ας (ἡ) orifice de l’estomac, Hippiatr. p. 61, 31 ; cf. καταπότρα.
Étym. καταπίνω.
καταπόθρα, ἡ, Sp., = καταπότρα.