καταπόρνευσις
καταπόρνευσις, prostitution
καταπόρν-ευσις, εως, ἡ,
- prostitution, θυγατέρων παρθένων Plu. Tim. 13 (pl.).
καταπόρνευσις, εως (ἡ) prostitution, Plut. Tim. 13.
Étym. καταπορνεύω.
καταπόρνευσις, ἡ, das Verhuren, θυγατέρων παρθένων Plut. Timol. 13.