καταπλώω
καταπλώω, sail down
κατα-πλώω, Ion. for καταπλέω.
κατα·πλώω, ion. c. καταπλέω, Hdt. 1, 2 ; 6, 97, etc.
καταπλώω, ion. = καταπλέω, herabfahren ; καταπλώοντες τὸν ποταμόν, den Strom hinab, Her. 1.185 ; καταπλώσαντες ἐς αἶαν 1.2, öfter.