κατασκευασμάτιον
κατασκευ-ασμάτιον, τό,
- Dim. of foreg. [κατασκεύασμα], Hero Spir. 1.7.
κατασκευασμάτιον, ου (τὸ) [μᾰ] petit vase, Héron p. 160.
Étym. κατασκεύασμα.
κατασκευασμάτιον, τό, kleines Gerät, Math. vett.