κατατρωματίζω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κατατρωματίζω, Ion. for κατατραυμ-. κατα·τρωματίζω, v. κατατραυματίζω. κατατρωματίζω Ion. voor κατατραυματίζω. κατατρωματίζω, ion. = κατατραυματίζω.