κατάτριψις
κατάτριψις, a being worn out
κατάτριψις, εως, ἡ,
- a being worn out, τῶν ὀργάνων Hp. Epid. 6.3.1.
κατάτριψις, εως (ἡ) usure, Hpc. 1174g.
Étym. κατατρίβω.
κατάτριψις, ἡ, das Zerreiben, Hippocr.