κατατροχάζω
κατατροχάζω, cause to run smoothly
κατατροχ-άζω,
- cause to run smoothly: hence, promote, τὴν εὐανδρίαν OGI 339.84 (Sestos, ii B.C.).
- II = κατατρέχω II.2, Nech. in Cat.Cod.Astr. 7.141 (Pass.).
κατατροχάζω, = κατατρέχω, Sp.