κατατρύω
κατατρύω, to wear out, exhaust
κατατρύω,
- = foreg., in Med., κατατρύσαιο δὲ γυῖα Nic. Al. 593:— Pass., pf. inf. -τετρῦσθαι prob.l. in X. Cyr. 5.4.6.
κατα·τρύω, c. le préc. Xén. Cyr. 5, 4, 6 ||
Moy. m. sign. Nic. Al. 606.
κατατρύω, = κατατρύχω ; κατατρύσαιο δὲ γυῖα Nic. Al. 592.
κατατρύω
= κατατρύ_χω, Xen.
Pass., perf. inf. κατατετρῦσθαι