κατατρεπτικῶς Save LSJ Bailly 2024 Pape κατατρεπτικῶς, v. καταστρεπτικῶς. κατα·τρεπτικῶς, adv. de manière à retourner, à changer, Stob. Ecl. 2, 150. Étym. κ. τρέπω. κατατρεπτικῶς, umwendend, Stob. ecl. phys. 2 p. 150.