καταφαντικός Save LSJ Bailly 2024 καταφαντ-ικός, ή, όν, v.l. for -φατικός, Numen. ap. Eus. PE 14.8. καταφαντικός, ή, όν, c. καταφατικός, Numén. (Eus. 3, 121 a Migne).