καταφθατέομαι
καταφθατέομαι, to take first possession of
καταφθᾰτέομαι, (φθάνω)
- take first possession of, γῆν καταφθατουμένη A. Eu. 398; cf. καταφ<θ>ατουμένη· κατακτωμένη, Hsch.[-όομαι in print ed. but see s.v. φθατέω]
καταφθατέομαι-οῦμαι (seul. part. prés. pass.) [θᾰ] occuper d’avance, Eschl. Eum. 398.
Étym. καταφθάνω.
καταφθατέομαι, darüber hineilen (φθάνω); γῆν καταφθατουμένη Aesch. Eum. 376, nach Emend. für βοὴν τὴν καταφθατουμένην, was der Schol. καταφθάνουσαν erkl.
καταφθατέομαι
φθάνω
- to take first possession of, γῆν καταφθατουμένη Aesch.