κατάφαρκτος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands κατάφαρκτος, ον, = κατάφρακτος (q.v.). κατάφαρκτος, ος, ον, enfermé dans : ἐν δεσμῷ, Soph. Ant. 958, dans un lien. Étym. cf. κατάφρακτος. κατά-φαρκτος -ον [φράττω] opgesloten.