καταύω
καταύω, destroy
κατ-αύω,
- = καθαιρέω, destroy, τὰν Μῶσαν καταύσεις Alcm. 95; cf. καθαῦσαι· ἀφανίσαι, καταῦσαι· καταυλῆσαι (καταντλῆσαι Lobeck), καταδῦσαι, Hsch.; cf. αὔω (A), ἐν- (A), ἐξ- (B), προσ-αύω.
κατ·αύω, dessécher, brûler, Alcm. 94.
καταύω, versengen, vertilgen, Alcm. fr. 896 ; Eust. 1547.60.