κατάφευξις
κατάφευξις, flight for refuge
κατά-φευξις, εως, ἡ,
- flight for refuge, κ. ποιεῖσθαι ἐς τὸν ὅρμον Th. 7.41.
- II place of refuge, ib. 38.
κατάφευξις, εως (ἡ)
1 action de fuir, fuite, Thc. 7, 41 ||
2 place de refuge, Thc. 7, 38.
Étym. καταφεύγω.
κατάφευξις, ἡ, Zuflucht, Zufluchtsort ; ἀσφαλής Thuc. 7.38 ; ποιεῖσθαι εἰς τὸν ὃρμον, = καταφεύγειν, 7.41.
κατάφευξις, εως
from καταφεύγω
- Iflight for refuge, Thuc.
- IIa place of refuge, Thuc.