καταφατικός
καταφατικός, affirmative
καταφᾰτικός, ή, όν,
- affirmative, opp. ἀποφατικός, λόγος Arist. APr. 24a16; προτάσεις ib. 25a3; ἀξίωμα Stoic. 2.56, al.; τὸ κ. Plu. Stoic.rep. 2.1047d, A.D. Adv. 122.13. Adv. -κῶς Arist. APr. 64a15, Gal. 16.328, Eust. 92.22.
- 2 emphatic, A.D. Pron. 49.11 (Comp.).
καταφατικός, ή, όν [φᾰ]
1 affirmatif, Plut. M. 1047d ||
2 emphatique, Dysc. Pron. 322a.
Étym. κατάφημι.
καταφατικός, ή, όν, bejahend, Ggstz ἀποφατικός, Dion.Areop. u. a.Sp.