κατοπίσω Save LSJ Bailly 2024 Pape κατ-οπίσω, Adv., = foreg., LXX Jd. 18.22. κατ·οπίσω, adv. c. κατόπισθεν, Spt. Jud. 18, 22 var. κατοπίσω, hinterher, hinten, LXX.